thessaloniki-psixiki-anthektikotita-epsyka-cws-festival

Τι είναι η ψυχική ανθεκτικότητα;

ΜΟΙΡΑΣΤΕΙΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ

Η Αµερικάνική Ψυχολογική Εταιρεία (APA, 2014) ορίζει την ψυχική ανθεκτικότητα ως τη διαδικασία της καλής προσαρμογής σε αντίξοες, τραυµατικές, τραγικές, απειλητικές συνθήκες, ή ακόµα και στρεσογόνες καταστάσεις, όπως είναι τα οικογενειακά προβλήµατα και τα προβλήµατα σχέσεων, σοβαρά προβλήµατα υγείας, δύσκολες συνθήκες δουλειάς ή οικονοµικά προβλήµατα. Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι ένα µόνιµο χαρακτηριστικό του ατόµου, αλλά µία δυναµική διαδικασία, η οποία µεταβάλλεται στη διάρκεια της ζωής του ατόµου, σε συνάρτηση µε τις συνθήκες του περιβάλλοντος (Luthar et al., 2000). Αν και υπάρχει διαφωνία µεταξύ των ειδικών σχετικά µε τη σηµασία και τον ορισµό της ψυχικής ανθεκτικότητας, εντούτοις παρατηρείται σύγκλιση των απόψεων στο γεγονός ότι υπάρχουν άτοµα που χαρακτηρίζονται από ψυχική ανθεκτικότητα και παρεµφερή ερευνητικά δεδοµένα, που αναδεικνύουν τη σηµαντικότητα της έννοιας και την αναγκαιότητα ανάπτυξης µοντέλων και προγραµµάτων ενίσχυσής της (Χατζηχρήστου Χ., Λαµπροπούλου Α.,Αδαµοπούλου Ε, χχ).

Μπορούµε να διακρίνουµε τρεις µορφές ψυχικής ανθεκτικότητας:

Έχει παρατηρηθεί ότι ένα αρνητικό ή τραυµατικό συµβάν, δεν έχει τις ίδιες επιπτώσεις στη ζωή όλων των ανθρώπων. Ορισµένοι άνθρωποι επηρεάζονται αρνητικά και µπορεί να αναπτύξουν ψυχοπαθολογία, κάποιοι επηρεάζονται σηµαντικά στην αρχή, αλλά επανέρχονται µε την πάροδο του χρόνου (λυγίζουν αλλά δεν σπάνε), ενώ υπάρχουν και άνθρωποι οι οποίοι µέσα από το αρνητικό γεγονός αποκοµίζουν θετικά οφέλη στη ζωή τους (Tedeschi & Calhoun, 2004). Γενάτε εποµένως το ερώτηµα τι διαφορετικό κάνουν, ή έχουν τα άτοµα αυτά και µπορούν να ανταπεξέρχονται σε τέτοιου είδους αρνητικές καταστάσεις.

Παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχική ανθεκτικότητα

Οι παράγοντες που επηρεάζουν την ψυχική ανθεκτικότητα ταξινοµούνται σε δύο γενικές κατηγορίες:

α) τους παράγοντες επικινδυνότητας, οι παράγοντες δηλαδή που µπορούν να οδηγήσουν σε αρνητικά αποτελέσµατα (Durlak, 1998).

β) τους προστατευτικούς παράγοντες, οι παράγοντες δηλαδή που διευκολύνουν τη θετική προσαρµογή (Durlak, 1998).Τόσο οι παράγοντες επικινδυνότητας όσο και οι προστατευτικοί διακρίνονται σε ενδογενείς, παράγοντες που υπάρχουν στο ίδιο το άτοµο και εξωγενείς, παράγοντες που αφορούν δηµογραφικές, κοινωνικές και οικογενειακές παραµέτρους.

Ενδογενείς παράγοντες επικινδυνότητας είναι η σωµατική ή νοητική αναπηρία, η χαµηλή αυτοπεποίθηση, η ύπαρξη ψυχοπαθολογίας κα. Στους εξωγενείς συµπεριλαµβάνονται το χαµηλό κοινωνικό και οικονοµικό επίπεδο, το χαµηλό µορφωτικό επίπεδο των γονέων, η έλλειψη κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου, οι µονογονεϊκές οικογένειες, η κακοποίηση και παραµέληση, οι εθνικές µειονότητες, η έλλειψη δοµών κοινωνικής πρόνοιας κα (Durlak, 1998. Luthar, 2006).

Οι ενδογενείς προστατευτικοί παράγοντες περιλαµβάνουν, την εσωτερική εστία ελέγχου, την αισιοδοξία την αυτεπάρκεια, τη θετική νοηµατοδότηση των καταστάσεων και γενικά την ύπαρξη νοήµατος στη ζωή του ατόµου, την πνευµατικότητα και τις γενικότερες δεξιότητες διαχείρισης των αρνητικών συναισθηµάτων, όπως του άγχους και του στρες, οι δεξιότητες επίλυσης προβληµάτων κα (Masten, 2001). Οι εξωγενείς προστατευτικοί παράγοντες, αναφέρονται στην ύπαρξη κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου, στην υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον και την ύπαρξη ασφαλών σχέσεων κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης, η ύπαρξη οργανωµένου δικτύου κοινωνικών υπηρεσιών κα (Masten,2001).

Παράγοντες καλλιέργειας της ψυχικής ανθεκτικότητα

Ατοµικά χαρακτηριστικά

Σύµφωνα µε έρευνες (Bernard, 2004; Sameroff, Morisson, Gutman & Peck, 2003; Werner, 2000; Masten & Powel, 2003) που βασίζονται στην ανάλυση των δυνατών ατοµικών σηµείων, ιδιαίτερα µεταξύ των νέων που έχουν επιβιώσει και προοδεύσει παρά τις δυσκολίες και τις αντίξοες καταστάσεις που αντιµετώπισαν, διαπιστώνεται ότι τα άτοµα µε ψυχική ανθεκτικότητα έχουν:

• αναπτυγµένες ψυχοκοινωνικές και διαπροσωπικές δεξιότητες, όπως ενσυναίσθηση, δεξιότητες επικοινωνίας, χιούµορ

• περιβάλλον που αποτελείται από υποστηρικτικούς γονείς και ενηλίκους στη ζωή τους

• γνωστικές ικανότητες, όπως ικανότητα στην επίλυση προβληµάτων και στην επεξεργασία πληροφοριών

• θετική αυτοεκτίµηση, επαρκή αυτογνωσία και εµπιστοσύνη στις προσωπικές ικανότητές τους, όπως αυτοαποτελεσµατικότητα και αίσθηση της αυτονοµίας

• δεξιότητες αυτορρύθµισης συναισθήµατος (έλεγχο παρορµήσεων)

• θετική αντίληψη της ζωής διαφορές ως προς την ποιότητα και τις ικανότητες ανάπτυξης δεσµών/συναισθηµατικής «προσκόλλησης»

• ικανότητα δηµιουργίας σχέσεων µε συµµαθητές Σαφώς δεν είναι απαραίτητο τα παιδιά να διαθέτουν όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Συνήθως εντοπίζονται και διακρίνονται τρία ή τέσσερα χαρακτηριστικά (Hetherington, 2003).

Ατοµικά χαρακτηριστικά

Όσον αφορά στην ενίσχυση του εγγενούς δυναµικού και στην ικανότητα ψυχοκοινωνικής εξέλιξης του παιδιού σε επίπεδο κοινότητας είναι σηµαντικά τα παρακάτω (Bernard, 2004):

• η καλλιέργεια στενών σχέσεων µεταξύ παιδιών – ενηλίκων (γονέων ή δασκάλων), οι οποίες χαρακτηρίζονται από σεβασµό, ενδιαφέρον, κατανόηση, ασφάλεια και εµπιστοσύνη

• η ποιότητα της γειτονιάς και του εγγύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος όπου υπάρχει συµµετοχή των παιδιών σε οµάδες, συλλόγους, οργανώσεις και θρησκευτικές κοινότητες, στις οποίες αναλαµβάνουν ευθύνες και συµµετέχουν στη λήψη αποφάσεων

• η ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών υγείας (Κουρκούτας, 2001). Συµπερασµατικά, αυτό που είναι σηµαντικό για την προώθηση της ψυχικής ανθεκτικότητας είναι οι θετικοί εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες στη ζωή ενός ατόµου, οι οποίοι µπορούν να το θωρακίσουν και να το προστατεύσουν από τις αρνητικές επιπτώσεις των στρεσογόνων καταστάσεων (Γώτη, 2016).

ΜΟΝΤΕΛΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Τα µοντέλα ανάπτυξης ψυχικής ανθεκτικότητας εστιάζουν σε παρεµβάσεις και τρόπους µείωσης των επιβαρυντικών παραγόντων, σε παρεµβάσεις ανάπτυξης των προστατευτικών παραγόντων του περιβάλλοντος και σε παρεµβάσεις ενίσχυσης των ατοµικών χαρακτηριστικών που ενισχύουν την ψυχική ανθεκτικότητα. 

Οι παρεµβάσεις στους επιβαρυντικούς παράγοντες αναφέρονται σε δράσεις µείωσης ή απαλοιφής των παραγόντων εκείνων που θέτουν σε κίνδυνο την ψυχική υγεία των ατόµων, και περιλαµβάνουν κυρίως δράσεις πρόληψης σε ατοµικό, οικογενειακό και κοινωνικό επίπεδο. Τέτοια είναι τα προγράµµατα καταπολέµησης της φτώχειας, η πρόληψη της κακοποίησης, η προγεννητική συµβουλευτική, η ιατροφαρµακευτική περίθαλψη κα. Η φιλοσοφία αυτών των προγραµµάτων έχει να κάνει µε την πρόληψη και κατ επέκταση µε την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας µέσα από την άρσητων εµποδίων που την περιορίζουν. 

Οι παρεµβάσεις ανάπτυξης προστατευτικών παραγόντων, αφορά την ενίσχυση των παραγόντων εκείνων που αυξάνουν την ψυχική ανθεκτικότητα. Οι παρεµβάσειςα υτού του είδους περιλαµβάνουν παρεµβάσεις σε διάφορα στάδια της ανθρώπινης ανάπτυξης, επικεντρώνοντας στην παιδική ηλικία, καθώς και σε παράγοντες του περιβάλλοντος που έχουν επίδραση στην ανθρώπινη ψυχική κατάσταση (Μasten &Powell, 2003). Αρχικά υπάρχουν παρεµβάσεις προγεννητικής συµβουλευτικής, που στοχεύουν στην άρση των παραγόντων που µπορεί να σχετίζονται µε αναπτυξιακά προβλήµατα. Ειδικότερα, από την προ γεννητική περίοδο έως τέσσερα έτη έχει διαπιστωθεί ότι η σωστή σίτιση της µητρός κατά την κύηση αλλά και η κοινωνική υποστήριξή της για προστασία από την επιλόχεια κατάθλιψη, όπως και η γενικότερη στήριξή της, η βατή πρόσβαση στην προγεννητική φροντίδα, αποτελούν σηµαντικές στρατηγικές προώθησης της ανθεκτικότητας του παιδιού (Newman, 2002).Διανύοντας το επόµενο στάδιο για τη µέση παιδική ηλικία από τα 5 έως τα 13 έτη, στις στρατηγικές προώθησης της ψυχικής ανθεκτικότητας έχουν προταθεί το θετικό σχολικό κλίµα, οι θετικές σχέσεις µε συµµαθητές και τους εκπαιδευτικούς, η δεξιότητα των παιδιών να καλλιεργήσουν οικογενειακούς δεσµούς. Ολοκληρώνοντας, σύµφωνα µε τον Newman (2002), οι στρατηγικές προώθησης που έχουν χαρακτηρισθεί αποτελεσµατικές και εφαρµόζονται στην εφηβεία και πιο συγκεκριµένα από τα δεκατρία έως δεκαεννέα έτη, συστήνονται ως το θετικό κλίµαστο σχολείο, οι ποιοτικές κοινωνικές σχέσεις, η συµµετοχή σε προγράµµατα, τα δίκτυα κοινωνικής υποστήριξης, και η γονική ενθάρρυνση. Οι παρεµβάσεις αυτές έχουν κεντρικό άξονα της φιλοσοφίας τους τη διαπίστωση ότι η ανάπτυξη ψυχικής ανθεκτικότητας αφορά σε µεγάλο βαθµό κυρίως την ανάπτυξη ποιοτικών σχέσεων µεταξύ των ανθρώπων. 

Οι παρεµβάσεις που αποσκοπούν στην ενίσχυση του ατοµικού δυναµικού, περιλαµβάνουν κυρίως προγράµµατα συµβουλευτικής και ψυχοεκπαίδευσης σε δεξιότητες, όπως η διαχείριση του στρες, η αυτοφροντίδα, η διαχείριση των συναισθηµάτων, η διαχείριση των συγκρούσεων σε διαπροσωπικό και επαγγελµατικό επίπεδο, η ανάπτυξη θετικών δραστηριοτήτων όπως η σωµατική άσκηση, οι γνωστικές ασκήσεις, η θετική σκέψη και νοηµατοδότηση, η ανάπτυξη της πνευµατικότητας και οι κοινωνικές δεξιότητες. 

Οι στρατηγικές αυτές, δεν επικεντρώνονται µόνο στην πάρεση των παραγόντων κινδύνου ή στην άµβλυνση των παραγόντων που δρουν προστατευτικά, αλλά αποπειρώνται να µεταβάλλουν τις διαδικασίες που θα επιφέρουν ριζικές αλλαγές στις ζωές των ατόµων (Masten και Reed, 2002). Συνοψίζοντας, εάν συνδυαστούν οι στρατηγικές που προαναφέρθηκαν από τις παραπάνω κατηγορίες, θα ενισχυθεί αποτελεσµατικά η ψυχική ανθεκτικότητα παιδιών, εφήβων και ενηλίκων και θα διασφαλισθεί η ποιότητα των σχέσεων αλλά και θα ενδυναµωθεί η ψυχική ανθεκτικότητα των παιδιών µε απώτερο στόχο την δια βίου προσαρµοστική ικανότητα (Esquivel et al,. 2011)

Ψυχική ανθεκτικότητα και σχολικό πλαίσιο

Το σχολείο και γενικότερα η σχολική κοινότητα µπορεί να αποτελέσει ένα από τα πλέον πρόσφορα πλαίσια για την εφαρµογή προγραµµάτων µε στόχο την ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας και να λειτουργήσει ως προστατευτικός παράγοντας που µπορεί να κάνει τη διαφορά για τα µέλη της. Προκειµένου το παιδί να ενισχυθεί ποικιλοτρόπως, το σχολείο µπορεί να αναλάβει δράση µέσω προγραµµάτων αγωγής υγείας και ιδιαίτερα συναισθηµατικής αγωγής. Σκοπός της συναισθηµατικής αγωγής είναι η προαγωγή της ψυχικής και της συναισθηµατικής υγείας των παιδιών µέσω κατάλληλων εκπαιδευτικών προγραµµάτων που στοχεύουν στην ενσυναίσθηση, τη διαχείριση – έκφραση των συναισθηµάτων και την επικοινωνία µεταξύ των παιδιών (Weare & Gray, 2000).

Γενικοί στόχοι της συναισθηµατικής αγωγής είναι η καλλιέργεια της συναισθηµατικής νοηµοσύνης, έτσι ώστε τα παιδιά να αναγνωρίζουν, να ρυθµίζουν και να εκφράζουν τα συναισθήµατά τους, να βελτιώνουν την αυτοεκτίµησή τους, να επικοινωνούν αποφεύγοντας αρνητικές συναισθηµατικές κρίσεις σε προβληµατικές περιόδους και να έχουν επίγνωση της κακής συµπεριφοράς τους (Gottman, 2011).

Όσον αφορά στη σχολική µονάδα, οι Henderson & Milstein (2008) έχουν περιγράψει τους παρακάτω έξι βασικούς παράγοντες που συνθέτουν τον «τροχό της ψυχικής ανθεκτικότητας»: α. ανάπτυξη θετικών κοινωνικών σχέσεων, β. δηµιουργία σαφών και ξεκάθαρων ορίων, γ. εκµάθηση κοινωνικών δεξιοτήτων, παροχή στήριξης και φροντίδας, ε. ύπαρξη υψηλών προσδοκιών και σαφής έκφρασή τους και στ. παροχή ευκαιριών για ενεργό συµµετοχή όλων των µελών της σχολικής κοινότητας. Οι τρεις πρώτοι τοµείς στοχεύουν στη µείωση των παραγόντων επικινδυνότητας, ενώ οι τρεις τελευταίοι στην ενίσχυση των προστατευτικών παραγόντων που προάγουν την ψυχική ανθεκτικότητα στη σχολική µονάδα.» (Γώτη, 2016). 

Συνεπώς, οι εκπαιδευτικοί πρέπει να αναπτύσσουν και να εφαρµόζουν προγράµµατα σχολικής ένταξης και πρόληψης των µαθησιακών και ψυχοκοινωνικών µε στόχο την ένταξη των παιδιών σε κοινωνικό επίπεδο, αλλά και την ανάπτυξη του ψυχικού δυναµικού τους (συναισθηµατική νοηµοσύνη, δεξιότητες επίλυσης συγκρούσεων, αυτογνωσία, αυτοέκφραση, έλεγχος των παρορµήσεων και της επιθετικότητας κ.λπ.) (Κουρκούτας & Caldin, 2012). Οι εστιασµένες στην ψυχική ανθεκτικότητα παρεµβάσεις υιοθετούν, συνήθως, µία ολιστική ενδυναµωτική (resilient) οπτική (Elias, Zins, Weissberg, Frey, Greenberg, & Haynes, 1997. Γώτη, 2016) και ενδιαφέρονται να µειώσουν τους παράγοντες επικινδυνότητας του πλαισίου, καθώς επίσης, και αυτούς που προέρχονται από το ίδιο το παιδί (Γώτη, 2016). Επιπλέον, µαθησιακά προγράµµατα και προγράµµατα ενίσχυσης των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων µπορούν να βοηθήσουν τους µαθητές µε ήπιες δυσκολίες να βρουν τη θέση και το ρόλο τους στην τάξη, να ξαναβρούν την εµπιστοσύνη στον εαυτό τους και, κυρίως, να επενδύσουν στο σχολείο και στις σχέσεις µέσα σε αυτό, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες που συναντούν (Μόττη- Στεφανίδη, 2006).

Ψυχική ανθεκτικότητα και σχολικό πλαίσιο

Προηγούµενες έρευνες έχουν δείξει ότι η ανθεκτικότητα µπορεί να οικοδοµηθεί και να αναπτυχθεί µέσω σκόπιµων πρακτικών που επικεντρώνονται στην ενίσχυση των παραγόντων που σχετίζονται µε την εργασία, όπως η βελτίωση της αυτοαποτελεσµατικότητας και η ανάπτυξη των δυνατοτήτων των εργαζοµένων. Η αυτονοµία των εργαζοµένων, για παράδειγµα, βρέθηκε να οδηγεί στην αυξηµένη ανθεκτικότητα των εργαζοµένων. Τα προγράµµατα οικοδόµησης ανθεκτικότητας έχουν επίσης διαπιστωθεί ότι αυξάνουν την ικανοποίηση από την εργασία των ατόµων, υποδεικνύοντας µια ισχυρή σχέση µεταξύ ικανοποίησης από την εργασία και ανθεκτικότητας (Lyons et al., 2015.)

Από οργανωτική άποψη, οι διαχειριστές ανθρώπινου δυναµικού θα πρέπει να στοχεύουν στην ενίσχυση αυτών των παραγόντων που σχετίζονται µε την εργασία µεταξύ των υπαλλήλων τους για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Πολλές υπηρεσίες συµβουλευτικής των εργαζοµένων που παρέχουν στρατηγικές κατάρτισης ή αντιµετώπισης έχουν επίσης βρεθεί ότι είναι επωφελείς για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας (Bardoel et al., 2014, Turner, 2014). Οι έρευνες για την ανθεκτικότητα µεταξύ των εργαζοµένων έχουν επισηµάνει επίσης ότι η οικοδόµηση συναισθηµατικών γνώσεων και στρατηγικών αντιµετώπισης, που καθίστανται αντανακλαστικές, καθώς και η επίτευξη ισορροπίας στη ζωή, αποτελούν σηµαντικούς παράγοντες για την αντιµετώπιση των προκλήσεων της εργασίας (Turner 2014). 

Η έρευνα για την ανθεκτικότητα έχει, επιπλέον, υποστηρίξει ότι τα άτοµα είναι πιο ανθεκτικά στον εργασιακό χώρο όταν έχουν πραγµατική συµµετοχή ή όταν αισθάνονται δυνατά (Bardoel et al. 2014, Lyons et al. 2015). Η οργανωτική δέσµευση έχει πράγµατι θεωρηθεί βασικός δείκτης στην κατανόηση των συµπεριφορών των εργαζοµένων και ως ισχυρός προγνωστικός παράγοντας ικανοποίησης από την εργασία (Kim et al. 2016). Η έλλειψη υποστήριξης ή εκτίµησης στο εργασιακό περιβάλλον έχει βρεθεί ότι µειώνει την ανθεκτικότητα και τη δέσµευση, την εκτέλεση της εργασίας και τον ενθουσιασµό και οδηγεί σε µια αυξηµένη αίσθηση φυγής. Αντίθετα, διαπιστώνεται ότι η υποστήριξη, η αναγνώριση και η επαγγελµατική εµπιστοσύνη οδηγούν σε αναζωογόνηση και αυξηµένα κίνητρα, δέσµευση και ανθεκτικότητα (Day & Gu, 2009)

Συνοψίζοντας, η ψυχική ανθεκτικότητα, ως έννοια και ως διαδικασία, φαίνεται ότι έχει οδηγήσει σε ένα σηµαντικό απόθεµα γνώσεων και πρακτικών, που εµπλέκουν θεσµικές, κοινωνικές, διαπροσωπικές και ατοµικές παραµέτρους σε ένα συνεκτικό µοντέλο ανάπτυξης εκείνων των χαρακτηριστικών και συµπεριφορών που µπορούν να δράσουν προληπτικά και προστατευτικά στις συνέπειες αρνητικών συµβάντων και καταστάσεων. Η έννοια αποκτά ακόµη µεγαλύτερη σηµασία, καθώς τα τελευταία χρόνια βιώνουµε συνταρακτικά γεγονότα, µε χαρακτηριστικότερο την πανδηµία covid19, που θέτουν σε δοκιµασία τόσο τα άτοµα όσο και τις κοινωνίες. 

Σε αυτές τις µεταβαλλόµενες συνθήκες που βιώνουµε, είναι πολύ σηµαντικό να βρούµε τους τρόπους να αντέξουµε, και η ψυχική ανθεκτικότητα δίνει ένα σηµαντικό πλαίσιο προς αυτή την κατεύθυνση, παρ όλες τις προβληµατικές διαστάσεις που ενυπάρχουν σε µία γενική εννοιολογική κατασκευή.

Ευχαριστούμε πολύ τον Αλέξιο Καβαδάτο, NSc Ψυχολόγο, για το άρθρο❤️

Skip to content